ΑΡΓΟΥΣ-ΜΥΚΗΝΩΝΕΙΔΗΣΕΙΣΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΝΕΑΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

Εξαιρετική παρουσίαση από το 1ο Λύκειο Άργους του καταπληκτικού βιβλίου της Λίλας Κονομάρα “Ο Μπόγος”

Το 1ο ΓΕΛ Άργους σε συνδιοργάνωση με τον Σύλλογο Αργείων “Ο Δαναός” και τις εκδόσεις Καστανιώτη είχαν την τιμή να παρουσιάσουν το βιβλίο ” Ο ΜΠΟΓΟΣ ” της συντοπίτισσάς μας Κας Λίλας Κονομάρα την Κυριακή, 22 Ιανουαρίου στην αίθουσα του Συλλόγου. 

Όλοι οι συντελεστές της εκδήλωσης χειροκροτήθηκαν ολόθερμα από ένα πολύ ζεστό κοινό που έζησε μια ξεχωριστή εμπειρία λόγου.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το μυθιστόρημα της εξαίρετης πεζογράφου Λίλας Κονομάρα δομείται με έναν τρόπο και μ’ ένα λογοτεχνικό τέχνασμα, το οποίο και το καθιστά άκρως πρωτοποριακό. Ενώ λοιπόν η διάρκειά του ξεπερνά τον αιώνα (τον τελευταίο δηλαδή), οι ήρωες (όσοι εμπλέκονται στα τεκταινόμενα μιας μικρής επαρχιακής πόλης η οποία δεν κατονομάζεται, υποθέτουμε όμως πως αυτός ο τόπος μπορεί και να είναι φανταστικός, αλλιώς πρόκειται για την Ξάνθη ή την Κομοτηνή) ηλικιακά παραμένουν στο ίδιο επίπεδο, δεν μεγαλώνουν, δεν γερνάνε, δεν πεθαίνουν, λειτουργούν σε όλες τις εποχές. 

Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: ή οι ίδιοι θα συμπεριφέρονταν πανομοιότυπα σε όλες τις ιστορικές περιόδους, θα ήταν ταυτόσημοι με τη γενικότερη εκδοχή ή, παρ’ όλη την εξάπλωση του αιώνα, τίποτα δεν έχει αλλάξει, όλα κινούνται στους ρυθμούς του 1911 άσχετα αν βρισκόμαστε πια στο 2018.

Με αυτή τη λογική το αποσπασματικό, πολυφωνικό και σπονδυλωτό μυθιστόρημα που συζητάμε, δίνει λόγο, θέση, άποψη, γνώμη σε πολλούς πρωταγωνιστές, όπως ο βιομήχανος, η σύζυγός του και τα παιδιά τους, ο ιερέας, η πρεσβυτέρα και τα παιδιά τους, ο γιατρός, η σύζυγος και η κόρη τους, ο καθηγητής, ο αδερφός του ο μηχανικός, ο αστυνομικός διοικητής, ο περιπτεράς, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, η πόρνη και η φίλη της, ο άνθρωπος που ανέβαινε με τη μηχανή το βαρέλι στο λούνα παρκ, η ερωμένη του και η ανιψιά του, οι υπηρέτριες κ.ο.κ. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι εμπλέκονται μεταξύ τους και συμπεριφέρονται κυκλικά γύρω από ένα άτομο, τον Μανώλη, ο οποίος δεν έχει μνήμη, δεν έχει παρελθόν, αγιογραφεί, γίνεται θρησκευτικό event, περιποιείται κήπους, δίνει τον τόνο στο ξεφάντωμα, γίνεται ερωτικό αντικείμενο του πόθου, πολεμά τον εχθρό και ουσιαστικά αποτελεί τον πάσσαλο που πάνω του στηρίζονται όλα τα άνθη με ευλύγιστο μίσχο, όπως είναι όλοι οι κάτοικοι αυτής της μικρής πόλης. 

Άρα ο Μανώλης αποτελεί το άλλοθι για μια συγγραφέα, η οποία έχει θητεύσει στον μαγικό ρεαλισμό (τον οποίο δεν αρνείται ούτε στο παρόν βιβλίο σε κάποιες περιπτώσεις), προσδίδοντάς του υπερφυσικές ικανότητες αλλά και δυνατότητες, ώστε να δέσει γύρω του ένα έργο τέχνης, ένα διανοητικό παιχνίδι, ένα καλλιτέχνημα, που από την πρώτη σελίδα έως την τελευταία γίνεται άκρως ρεαλιστικό. Γιατί πράγματι από τη διάσωσή του μέχρι την εξαφάνισή του (αυτή τη φορά με τη σύζυγο του βιομήχανου) έχουν συντελεστεί άπειρα γεγονότα με εκείνον πρωταγωνιστή, με εκείνον στο κέντρο.

Τόσο πλούσιο είναι σε εικόνες, λέξεις, ήχους, τόσο βαθύ είναι σε ενσυναίσθηση, συναίσθημα, αισθητική, τόσο υψηλό είναι σε αξίες, ήθος, ηθική, ειλικρίνεια.

Καθώς το μυθιστόρημα εξελίσσεται, γινόμαστε κάτοχοι όλων των ιδιοτήτων που διέπουν τους κατοίκους αυτής της πόλης. Η αστική τάξη, η οποία κερδίζει πάντα ανεξαρτήτως συνθηκών. Η σύζυγος του επιχειρηματία, ευαίσθητη και ανάλαφρη. Ο μεγάλος γιος φασίστας, ρατσιστής και δολοφόνος μιας νεαρής μετανάστριας. Ο μικρός γιος χαμένος στο διαδίκτυο. Ο καθηγητής αγωνιστής κατά της Χούντας, ενώ ο αδελφός του ο μηχανικός παζαρεύει οικόπεδα για να σηκώσει πολυκατοικίες αλλάζοντας τον χώρο. Ο γιατρός, που είναι ομοφυλόφιλος. Η θρησκευτική ηγεσία, η οποία παραπλανά τους πιστούς, που συρρέουν στον τόπο, διαδίδοντας ότι η Παναγία κάνει θαύματα. Τα υπόλοιπα παιδιά, που είτε τραυματίστηκαν στον πόλεμο, είτε τοποθετούν ως τρομοκράτες βόμβες σε προκαθορισμένα κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας… 

Η συγγραφέας, τοποθετώντας τους πρωταγωνιστές σε ένα μυθιστόρημα που είναι απαραίτητο οποιασδήποτε οφειλής, πρέπει να περιγράψει ολόκληρη την ιστορία του καθενός –και το κάνει– μέχρι το τέλος και σε αυτό τη βοηθά η τεράστια χρονική του διάρκεια και το εύρημα –όπως είπαμε– πως δεν μεγαλώνουν, δεν γερνάνε, δεν πεθαίνουν. Ενώ παράλληλα και με τη μεγάλη πείρα που διαθέτει, είναι αλήθεια –και πρέπει να το πω ότι είναι εκπληκτικό το μοντάζ με το οποίο δουλεύει–, πετυχαίνει ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα να εκληφθεί ως ρεαλιστικό: Τόσο πλούσιο είναι σε εικόνες, λέξεις, ήχους, τόσο βαθύ είναι σε ενσυναίσθηση, συναίσθημα, αισθητική, τόσο υψηλό είναι σε αξίες, ήθος, ηθική, ειλικρίνεια.

Όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου, η ατμόσφαιρα, όντως βαριά και καταθλιπτική (ακόμη και στις δυο περιπτώσεις στο μέσον και στην έξοδο όπου υπάρχει ξεφάντωμα), πέφτει με δύναμη στους ώμους των ηρώων, οι οποίοι βιώνουν πολέμους, εμφυλίους, δικτατορίες, άλλοι ως μαχητές, άλλοι ως ουδέτεροι αποσκοπώντας στο προσωπικό τους όφελος. Το ύφος παίρνει πολλές παραλλαγές ανάλογα με τον άνθρωπο που συμπορευόμαστε μαζί του, λέγοντάς μας την προσωπική του μυθολογία, που όμως είναι απόρροια θλίψης, λύπης και στεναγμού. 

Η γλώσσα, απόλυτα προσηλωμένη στους μύθους κι αυτή, παραλλάσσει (αλλιώς όταν σκιαγραφείται ο καθηγητής κι αλλιώς εκείνος που στα νιάτα του έκανε τον γύρο του θανάτου) και μεταλλάσσεται, προκειμένου να μην αφήσει τίποτα το αδιευκρίνιστο, τίποτα το ανερμήνευτο, τίποτα το ημιτελές. Καθώς το μυθιστόρημα χωρίζεται σε μικρά κεφάλαια λίγων σελίδων το καθένα, η εκφορά έχει την τιμητική της, αφού αλλάζει διάθεση ανάλογα με την εποχή, βρίσκεται στο επίκεντρο και παράλληλα γίνεται πιο προσωπική, έτσι ώστε αυτό που λέμε σπονδυλωτό μυθιστόρημα, λόγω εκφοράς, να γίνεται πραγματικότητα. 

Τέλος, ολοκληρώνοντας πια το μυθιστόρημα, η άποψή μας είναι πως είναι όντως εκπληκτικό, τόσο για την επιλογή των μύθων όσο και για τη γενικότερη παράθεσή τους. Χωρίς υπερβολή έχω τη γνώμη πως ο «μπόγος» (ό,τι δηλαδή κουβαλάνε οι άνθρωποι όταν αναγκάζονται να εγκαταλείψουν έναν τόπο και να βρεθούν σε έναν άλλο, μέσα στον οποίο υπάρχουν τα απολύτως απαραίτητα) είναι το καλύτερο λογοτέχνημα της χαρισματικής Λίλας Κονομάρα (η οποία είναι αλήθεια πως μας συστήθηκε με άλλες ιδιότητες συγγραφικές, εδώ όμως κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών).

Είναι γεγονός ότι τελευταία όλο και πιο πολλοί πεζογράφοι ασχολούνται στα έργα τους με ιστορικές στιγμές που βίωσε η χώρα μας τα ύστερα εκατό χρόνια, μια που τα αρχεία έχουν πια ανοίξει κι έτσι μπορούν να έχουν πρόσβαση στην έρευνά τους (γιατί καταθέσεις σήμερα χωρίς έρευνα δεν νοούνται). 

Η Κονομάρα όμως κάνει και κάτι το διαφορετικό. Δεν μένει στατικά στο ’22, στο ’36, στο ’40, στο ’49, στο ’67, που αποτελούν τους σταθμούς και το στίγμα των ανώμαλων περιόδων, αλλά στέκεται σε άσχετες φαινομενικά χρονολογίες, που από τη μια μεριά φαντάζουν να μην έχουν ενδιαφέρον, από την άλλη όμως είναι τόσο στοχευμένες που αποδεικνύουν πως από εκεί ξεκίνησε ένα επεισόδιο που έλαβε χώρα κάποια έτη αργότερα. 

Με αυτόν τον τρόπο η ευφυής συγγραφέας συνενώνει δεκαετίες, παραθέτει καταστάσεις μεταξύ τους ανορθόδοξες, υπογραμμίζει την ατομική ευθύνη απέναντι στο γενικό καλό και, εν κατακλείδι, με τη γραφή της παρουσιάζει έναν κόσμο που, αν και ταπεινώθηκε πολλές φορές, μπόρεσε ξανά και σήκωσε το κεφάλι ψηλά.

Λένα Παπαθανασίου

Διευθύντρια 1ου Λυκείου Άργους

What's your reaction?

Related Posts

1 of 775